Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καμώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καμώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Τρίτη


Στον απόηχο του βόμβου των ανθρώπων της άχαρης Δευτέρας
και ανάμεσα στην Τετάρτη που έδειχνε την έξοδο,
ξεγλιστρούσες αδιάφορη.
Διάφανο το Ταυ σου στα ημερολόγια,
ενώ τα μάτια προέτρεχαν στο Πι, το Σίγμα, το Κάππα.
Πάντα φτωχή, κερνούσες λιγότερο άγχος από το χθες σου,
πάσχοντας συγκινήσεων.
Ήρθε όμως μια φορά που κάποιο χέρι σε πότισε.
Και βλάστησες. Και άνθισες.
Γύρισα σε κοίταξα. Σε χάρηκα.
Και έπειτα έμεινα να καρτερώ την ώρα σου να έρθει,
να δρέψω τους καρπούς σου.
Που τους έβλεπα να παίρνουν χρώμα και να στάζουνε χυμούς.
Έναν έναν τους έκοβα με ευλάβεια με φόβο μην τελειώσουν.
Μα έρχονταν φορές που επέφταν μπροστά στα πόδια μου,
σαν διάσημοι αυτόχειρες,
μάρτυρας στο τραγικό τους τέλος.
Και να που τώρα σε ψαχουλεύω να βρω όσους μείναν.
Και τους μετράω.
Ένας...
Δύο...





Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Ωδή εις τη μηδενική


Η αρτιότητα του μηδενός.
Ωσάν κύκλος τέλειος και μη φαύλος.
Περικλείει τα πάντα αφήνοντάς τα εκτός.
Η σιγουριά του μηδενός.
Ως στέρεο βάθρο αποκλείον την πτώση.
Λάκτισμα εναρκτήριο.
Η πληρότητα του μηδενός.
Η σχετικότητα του πλήρους.
Της αβεβαιότητας πηγή.
Της ανασφάλειας τροφός.
Η αρτιότητα του μηδενός.

Υπέροχο τίποτα

Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Διασκέδαση



Τα βράδια συχνά το απολαμβάνω.

Να τροπαιοσκοπώ.
Να βολτάρω μπροστά από τις καλοξεσκονισμένες προθήκες.
Τότε που η ματαιότητα ξυπνά από το λήθαργο,
την κερνάω από ένα άδειο μπουκάλι παλιού ακριβού κρασιού
και την μεθάω πάλι.




Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Δεν έμαθα να περπατώ

Στο όριο του κύματος πατώ
η άμμος νοτισμένη.

Βουλιάζουνε τα πέλματα
και η άμμος με ζεσταίνει.

Σαν το παιδί το χαίρομαι
κλωτσώ και την σκαλίζω.

Ποτέ δεν συλλογίστηκα
πίσω μου τι αφήνω.

Μονάχα με ένοιαζε βαθιά
να αφήνω τα σημάδια.

Περήφανα να λέω πως
πρώτος εγώ σε βάδισα.

Ποτέ δεν συλλογίστηκα
πίσω μου να κοιτάξω.

Να δω πως άφησα πληγές
και άσχημα σημάδια.

Να προσδοκάς παλίρροιες
να γιάνουν το κορμί σου.

Να περπατώ δεν έμαθα
επάνω σου όπως πρέπει.






Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Οιδίπους θεατής


Η άρνηση της εικόνας
το δικαίωμα
δήμιος εικόνα
ανάλγητη
ραπίζει σε κάθε βλεφάρισμα
εξοντώνει
ανεπαρκής η αποστροφή
οι αντανακλάσεις τιμωρούν
τον θύτη νου
νους αυτόχειρας
η άρνηση της εικόνας
το δικαίωμα
τουλάχιστον
εθελουσία τύφλωσις.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Ο κύρης και ο διαβάτης


Περαστικέ, του κήπου μου την πόρτα που διαβαίνεις
πες μου ποιό είν’ το σπίτι σου και ο τόπος που πηγαίνεις;

*  *  *

Το σπίτι μου δεν με χωρά, ο τόπος μου μ’ εξόρισε
πήρα τον δρόμο τον μακρύ, η μοίρα μου που μ’ όρισε

Το σπίτι μου το άφησα στις μνήμες και στα χνάρια
να βρούνε τόπο να σταθούν και λίγο να μεριάσουν

Τον τόπο που πηγαίνω ίσως να μην τον φτάσω,
μπορεί και να τον πέρασα δίχως να τον λογιάσω

Κύρη εσύ και φύλακα μέσα στο σπιτικό σου
πες μου για τα μεράκια σου και για το ριζικό σου

*  *  *

Το ριζικό μου μ’ έχρισε πίσω απ’ αυτή τη θύρα
μα όλα όσα πόθησα, ποτέ μου δεν τα πήρα

Χώμα να ρίχνω στις μηλιές, νεράκι στα παρτέρια
και για του κόσμου τον καημό ρωτώ τα περιστέρια

Όσοι διαβήκαν απο δω, ξένοι ποτέ δεν ήσαν
οι κάμαρές του γέμησαν, με γέλια αντηχήσαν

Εγώ μόνο γι’ αντάλλαγμα ζητώ τη συντροφιά τους
λίγο θα ήθελα να δω μέσα από τη ματιά τους

Μα τον μεγάλο τον καημό φοβάμαι μην δε ζήσω
πως άλλου κόσμου τις αυλές, ποτέ δεν θα γνωρίσω

*  *  *

Όσους καρπούς κι αν γεύτηκα, σ’ όσες αυλές κι αν πήγα
δικό μου δέντρο να ανθεί, ποτέ μου δεν το είδα

Πάρε λοιπόν τα μάτια μου και γύρνα όλο το χάρτη,
μονάχα δως μου τα κλειδιά και όρισέ με κύρη.



Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

Κάμωμα Νο. τάδε

Ας σε χαζέψω λίγο ακόμα 
και ύστερα ας πάψω.
Τον δρόμο ας πάψω των πουλιών
και των παιδιών το γέλιο.
Τον δρόσο πάνω στον ανθό
και της πηγής το ρέμα.
Ας πάψω της μάνας τον καημό
και του νεκρού τον ύπνο.
Τον ήλιο από την αυγή,
τη νύχτα απ' το σκοτάδι.
Το φόβο ας πάψω τ' αγριμιού,
τον πόνο απ το σημάδι.
Να πάψω δεν μπορώ.
Ας σε χαζέψω λίγο ακόμα.

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

Οι κάτοικοι εντός μου



Μες την κουφάλα του μυαλού μου
αγρίμια τις φωλιές τους φτιάξαν
χόρτασαν απ’ τις λύπες μου
και στις χαρές μου αράξαν
~~~
Όταν τους λείπουν οι χαρές
μεσόκοπα αλωνίζουν
ψάχνουνε τόπο να σταθούν
και για νερό σκαλίζουν
~~~
Και σαν οι λύπες μου στερέψουν
πεινάνε και λιμάζουν
ξεσκίζουν την γαλήνη μου
κλοτσάνε κι αφηνιάζουν
~~~
Μα πάλι σαν χορτάσουνε
λαιμαργία δεν μπουχτίζουν
εμένα να σπαράξουνε ζητούν
και σαν με φαν, με γλύφουν

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

Ακέφαλο

Να γέρνω το κεφάλι μου σ’ εσένα

να χύνονται οι σκέψεις μου στην αγκαλιά σου
να τις χαϊδεύεις και να τις νανουρίζεις
με πληρωμένα ψέμματα να τις κοιμίζεις.
Στο πιο ξεκούραστο σκοτάδι να με βυθίζεις
στον ύπνο του συμβιβασμού.
Και όσο θα παλεύω για την τύχη μου
θα σκοντάφτω γλυκά στις μικρές σου ατυχίες.
Και σαν η πτώση με ταράξει
ξυπνάω στο ιδρωμένο όνειρό μέσα.
Μπήγω τα δόντια μου στον κορμό της απογοήτευσης
και στάζει πείσμα.

Ονειρεύομαι...

Σ΄ονειρεύομαι.

Κυριακή 27 Ιουνίου 2010

Ποτήρι μισοάδειο

Ποτήρι ήμουν και έπεσα
και ράγισα και έσπασα
και στάλες έτρεχαν απ τις ρωγμές

Και τα κομμάτια σκόρπισαν
χαθήκανε και χώρισαν
και γέμιζαν το πάτωμα πληγές

Και μια φτηνιάρα κόλλα
τα κομμάτια πήρε όλα
και θύμησε για λίγο τις χαρές

Ποτέ όμως δεν γέμισα
δίψα καμιά δεν έσβησα
μέσα μου αντιλαλούσανε φωνές

Μα εσύ μικρή μου μπόρα
δεν έμαθες ως τώρα
πως γεμίζω στις δικές σου τις βροχές



Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Βάρα το κεφάλι σου στο στίχο #4

Το κεφάλι μου θα σπάσω πάνω σ’αυτό το στίχο
ν’ ακούσεις χίλια σ’αγαπώ και της σιωπής τον ήχο...

(Το άνωθι ήταν το ορεκτικό και το κυρίως το κάτωθι)

Σε βάζω να σταθείς στο ίδιο το σημείο
κι ένα φιλί σου κλέβω για να βρώ λίγη απ’ την χαμένη μου ψυχή.
Πάνω στις στάχτες της οποίας χορεύουμε και οι δυό μας.
Εγώ νεκρός και ‘συ τρελή.
Εγώ τρελός και ‘συ σιωπή.
Δαγκώνεις τα χειλάκια σου,
που στάζουνε ντροπή πάνω στα
κόκκινα παπούτσια σου
ενώ γεμάτη τρόμο τα κοιτάς.
Ένα βήμα πίσω κάνω και κοιτώ απο ψηλά το σκηνικό του φόνου
που διακόπτουμε της στάχτης τον ξέφρενο χορό.
Στα ψεύτικα να κλαίμε μια πεθαμένη ανάσταση,
που εγώ περίμενα καιρό
και ‘σύ φοβόσουν πάντα.




Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

Βάρα το κεφάλι σου στο στίχο #3

(Ορφανό απο τίτλο)

Απόψε θα γδυθώ τον εγωισμό μου
και σαν το πιο ακριβό κουρέλι θα τον πετάξω μπροστά σου
να βαδίσεις αρχόντισσα επάνω του.
Και 'γω σκυφτός θα φαίνομαι πολύ μικρός από το ύψος των ματιών σου.
Μα η φωνή θα βγει τόσο μεγάλη
που οι λέξεις κρύσταλλα θα σπάσουν την καρδιά σου.
Και αυτά πέφτουνε βροχή αστέρια που εγώ τα κάνω ευχές.
Πατάς επάνω μου και ανεβαίνεις δυο κόσμους πιο ψηλά
εκεί όπου λάμπουμε γυμνοί και οι ψίθυροί μας κύματα στην άμμο.

Κοιτώ τα μάτια σου και βλέπω την ψυχή σου,

ακούς τον ήχο μου και αφουγκράζεσαι τους χτύπους μου.

Γυμνοί και διάφανοι...




Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Βάρα το κεφάλι σου στο στίχο #2

Τα δικά μου τα φιλιά, δεν χρειάζονται φεγγάρια
Είναι οι
φάροι στις πιό σκοτεινές σου νύχτες.
Τα χάδια μου δεν ψάξαν για χαμόγελα
Πάντα αγγίζαν το δάκρυ πρίν απο το μάγουλο.
Και οι αγκαλιές
Οι αγκαλιές δεν μοιάζουν παιδικές χαρές
Παρά με εξομολογητήρια φυλακών.
Τα λόγια
Σπάνια τα λόγια ήχησαν σαν τραγούδι ανέμελου παιδιού
Αλλά ήταν οι μουσικές που ντύσαν τους πιο θλιμμένους στίχους σου


(Επίσης ορφανό απο τίτλο, δώς του εσύ έναν!)