Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το γιατί και το διότι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το γιατί και το διότι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Στην κηδεία του ρομάντζου

Χωρίς το παραμικρό ίχνος πρωτοτυπίας, θα πω, πως  και το ρομάντζο πέθανε παραπονεμένο και καταφρονεμένο. («Ταπεινοί και καταφρονημένοι» έλεγε ο τίτλος γνωστής δακρύβρεχτης ταινίας με τον Νίκο Ξανθόπουλο). Και όταν πονάν τα σωθηκά σου, πάντα στην λάσπη ψάχνεις λησμονιά λέει και γνωστός στίχος. Γιατί η λάσπη είναι «εύκολη». Δεν σου ζητάει αντάλλαγμα. Είναι τουλάχιστον πιο μαλακή και φιλόξενη απο το κρύο τσιμέντο της φρέσκιας μοναξιάς. Όταν χτυπάς, μετά απο λίγο νιώθεις το σημείο μουδιασμένο. Και να ακουμπήσεις την πληγή για ένα διάστημα όταν είναι φρέσκια, δεν θα νιώσεις και πολλά. Τοπική αναισθησία. Όταν η πληγή είναι μεγαλύτερη, όταν πληγώνεσαι ολόκληρος, η αναισθησία είναι ολική. Ό λες σου οι πράξεις, έχουν πυροσβεστική δράση. Με αμυδρή συναίσθηση των γενομένων. Και καθ’ ότι αναίσθητος, αν και πληγιασμένος, σηκώνεσαι αμέσως να αποδείξεις ότι είσαι ζωντανός από τα συντρήμμια πολύνεκρου τροχαίου. Με περισσή απάθεια και τον ρομαντισμό κάτω απο την σόλα του παπουτσιού σου σαν στιμμένο πικρό τσιγάρο. Έτσι, για σπάσιμο! Ποιανού σπάσιμο;
-Γειά σου! Με λένε Πληγωμένο λιοντάρι, το όνομά σου;
-Εμένα με λένε Θύμα! Χάρηκα!
Και ακολουθεί ψυχρή-κάφρικη-μπίχτικη κουβέντα με το ένα το φρύδι σηκωμένο του στυλ «μαμώ και δέρνω και μετά μην είδατε τον Παναή», που μετά τις τρείς πρώτες τυπικές ερωτήσεις περί καταγωγής και σπουδών, αρχίζει και σε απασχολεί τι καιρό κάνει –ή θα κάνει- λες και έχεις να απλώσεις τραχανά ή να σπείρεις. Και καταλήγεις με ένα φτηνό τσιρότο στην πληγή που την άλλη μέρα ξεκολλάει. Και όταν αρχίσει και κλείνει η πληγή και καταλαβαίνεις ότι έχεις χτυπήσει; Και λείπει σάρκα από την σάρκα σου; Προφανώς και δεν σε νοιάζει. Αντιθέτως, ήταν μια τονωτική ένεση. Σώζεις λίγο εγωισμό, κερδίζεις λίγο χρόνο, αποσπάς την προσοχή σου από πράγματα που σε χαλάνε. Αλλά έτσι γεμίσαμε κάφρους. Και γυρίζει και λέει ο άλλος: «Ο Τάδε; Μπράβο! Και δεν του φαινόταν» Ε, πού να του φανεί; (όχι του λολοστεφανή) Όταν όμως βγαίνεις ολίγον τι μαλ...αγάνας και γυρίζεις και λες, «φτάνει!» αρκετά έκανα, ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης. Ας κοιτάξω και λίγο την πάρτη μου. Καλό το κάψιμο, αλλά μια φορά. Για την εμπειρία. Έχει πολλά βάζα μέλι που πρέπει να βάλω το δάχτυλο. Άντε και καλή τύχη μάγκες! 


http://www.libertyu.com/media/9930/hitch.jpg

-Τα σέβη μου

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2010

Ακροβασίες


Στην κόψη του ξυραφιού ακροβατούν πολλές σχέσεις. Αιχμηρά τα ξυράφια των σχέσεων.
-Τι μου είσαι;
-Τι σου είμαι;
-Δεν μας λές και φίλους
-Μπαα...γνωριζόμαστε πολύ λίγο
-Σε σχέση;
-Έτσι είναι οι σχέσεις; Ελάχιστα γνωριζόμαστε.
-«Τα έχουμε»;
(Τραγική, αν μη τι άλλο, ατάκα)
-Υποτείθεται...
Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Μπρος ο γκρεμός μιας σχέσης και πίσω το ρέμα μιας φιλίας που δεν γυρίζει πίσω... Ή μήπως όχι;
Εγώ σε σπρώχνω στον γκρεμό και συ με τραβάς στο ρέμα. Δεν ξέρω κολύμπι! Προτιμώ ελεύθερη πτώση και να σκάσει το κεφάλι μου σαν καρπούζι. Είναι τουλάχιστον πιο συναρπαστικό. Πέφτουμε και αν μας σώσει το αλεξίπτωτο μιας σχέσης καλώς. Αλλιώς... Είναι κάποιες σχέσεις που δεν έχουν όνομα. Δεν έχει εφευρεθεί ο όρος να τις περγράψει. Δήθεν φίλοι, αλλά κανείς δεν περνάει το περίφημο “
friend zone”. Friend zone και μόρια μπλέ. Γυναικεία εφεύρεση για να μην κακοκαρδίσεις ένα καλό παιδί που απέτυχε να γίνει δεσμός σου. Πλανάσαι πλάνην οικτρά. «Ο φίλος είναι πάντα φίλος». (Και πέφτει ήχος λάθος απάντησης απο τηλεπαιχνίδι γνώσεων). Ρε, είναι μη του βαρέσει του ενός και σκάσει το καρπούζι. Και νομίζεις εσύ, οτι έκανες τον άλλο φίλο και σώθηκες. (Ξανά ο ήχος του λάθους) Πόσο ανόητος μπορεί να έισαι; Και το πιστεύεις από πάνω. Τρέφε αυταπάτες. Συγγνώμη, αλλά φίλους είχαμε, δεν θέλαμε άλλους.
-Άλλος κανείς για φίλος;;;
-Δώσαμε, δώσαμε!

















-Ναι καλά... Με υπόγεια διάβαση συνδέονται τα χωριά.

Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Ψεύτικα ψέμματα, αληθινές αλήθειες.

Μια μέρα ακούει το κιτάπι πιάνει ένα διάλογο ενός νεαρού ζευγαριού στην μέση.
Αυτός: Δυσκολεύομαι να σε πιστέψω...
Αυτή: Μα γιατί;;; Σε τί να σου ορκιστώ;
Αυτός: Δεν χρειάζεται να μου ορκιστείς πουθενά. Δεν με πείθει η στάση σου! Το βλέπω στα μάτια σου.
Αυτή: (χαμήλωσε το βλέμμα της)
Τί ήξερε ο νεαρός; Γιατί δεν του αρκούσαν τα λεγόμενα της κοπέλας του; Τι διάβαζε πίσω απο τα λόγια της; Πόσο τεχνίτης πρέπει να είναι κανείς στο ψέμμα; Υπάρχει προφανώς η τέχνη του ψέμματος.

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που κάποιος λέει ψέμματα. Τα ψέμματα αυτά απο μόνα τους, δεν είναι απαραίτητα κακά. Κακός είναι ο σκοπός για τον οποίο ψεύδεσαι. Μπορεί να πείς ένα μικρό ψεμματάκι για να κάνεις κάποιον να νιώσει καλύτερα, να του αναπτερώσεις το ηθικό, ή για να μην πληγώσεις κάποιον. (Βέβαια το να αφήνεις κάποιον να ζεί σε πλάνη είναι έγκλημα σε βαθμό κακουργήματος). Κάποιοι, κοινωνικά εξελιγμένοι, έχουν εντριφήσει στην τέχνη του ψέμματος. Ντοκτορά και Μπακαλορεά στο ψέμμα. Χρησιμοποιούν το ψέμμα τόσο περίτεχνα, όχι για να κρύψουν την αλήθεια, αλλά για να την προδώσουν! Ναι, ναι... όπως άκουσες. Για να την αποκαλύψουν. Και έρχεσαι εσύ και ρωτάς. Και γιατί δεν την λένε ευθέως; Γιατί είναι ωμή, γιατί δεν έχουν το σθένος, γιατί θέλουν να την ανακαλύψεις εσύ. Παράλογο;;; Καθόλου. Υπάρχουν φορές, που ένα κακοφτιαγμένο ψέμμα, είναι πολύ πιο πειστικό απο την αλήθεια που κρύβει. Δεν υπάρχουν ενήλικες που δεν είναι καλοί στο ψέμμα. Μόνο τα μικρά παιδιά λένε άθλια ψέμματα, και αυτά μάλιστα με κανένα-δυό ξεσκεπάσματα, τα βελτιώνουν. Το ψέμμα είναι σύμφυτο της φύσης του κοινωνικού ανθρώπου. Δείγμα του τομαρισμού του.

Ακούς λοιπόν ένα ψέμμα που κάνει μπαμ: “Δεν μπορώ να σε πιστέψω!” Απάντηση: “Μα καμάρι μου (φώς μου/μάτια μου/τσαπερδόνα μου/περιστέρα μου/στήριγμα μου και λοιπές μπαρούφες) σου λέω την αλήθεια!” Και βρωμάει το ψέμμα στην ανάσα του λες και έχει φάει ένα κεφάλι σκόρδο να διώξει τα βαμπίρ. Γιατί όμως διερωτάσαι. Γιατί να μου πεί ένα τόσο χαζό ψέμμα; Ποιανού την νοημοσύνη απο τους δυό μας υποτιμάει; Κανενός. Αντίθετα, ξέρει πως δεν το χάφτεις, αλλά σου το λέει γιατί δεν μπορεί να σου πει ευθέως την αλήθεια; Αθωός τότε; Όχι βέβαια. Διπλά ένοχος, για ψευδομαρτυρία και έλλειψη θάρρους να πει στον άνθρωπό του την αλήθεια. Και ουσιαστικά το ψέμμα (εντώς πολλώ εισαγωγικών) είναι μόνο στις λέξεις. Στάση, κινήσεις, τόνος φωνής φωνάζουν: Εεεεεε! Λέω βλακείες επίτηδες για να με ρωτήσεις χίλιες φορές άν σε λέω ψέμματα, να συνεχίζω το παραμύθι εγώ, ώσπου να σιχαθείς και να δείς μόνος σου την αλήθεια. Δηλαδη; Πες μου ψέμματα να σε πιστέψω; Ω, ναι...

“…I can't believe the things you say. Tell me, tell me, tell me the lies”

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Ο καλύτερος άνθρωπος του φίλου

Το κιτάπι αγαπάει πολύ τους ανθρώπους. Είναι περίεργοι. Έχουν πολύπλοκη κοινωνική συμπεριφορά και αναπτύσσουν περίεργους δεσμούς. Δεν μπορείς να βρείς ένα πρότυπο συναναστροφής. Υπάρχουν διάφοροι δεσμοί μεταξύ των ανθρώπων που αντικατοπτρίζουν διαφορετικές εντάσεις στη σχέση, διαφορετικούς βαθμούς, διαφορετικές χρήσεις ενίοτε. Και το περίεργο είναι, οτι ανάλογα με το άτομο ο καθένας τους αποκαλύπτει διαφορετικό ποσοστό της προσωπικότητας τους ή δείχνει διαφορετικό χαρακτήρα.
Η πιό όμορφη σχέση είναι αυτή της φιλίας όμως. Και πάλι όμως υπάρχουν διαβαθμήσεις στον όρο “φίλος”. Ο καθένας δίνει διαφορετική διάσταση στον όρο. Άλλοι έχουν πολλούς φίλους αλλά δεν είναι όλοι το ίδιο. Άλλοι πάλι έχουν λίγους φίλους και πολλούς γνωστούς, συναδέλφους, συμφοιτητές, συμμαθητές, ενοίκους στην ίδια οικοδομή. Κάποιοι δεν κάνουν εύκολα φίλους.
Το κιτάπι πιστεύει, κρίνοντας απο τις σελίδες του που έχουν αφιερωθεί στους “φίλους” και απο την παρατηριτικότητα που το διακατέχει, οτι κάθε άνθρωπος, έχει ένα συγκεκριμένο όγκο μέσα του, που τον διαθέτει στους φίλους. Αυτό λέγεται “χωρητικότητα φίλων” και διαφέρει απο άνθρωπο σε άνθρωπο και εξαρτάται απο τον χαρακτήρα κυρίως του ανθρώπου, το περιβάλλον στο οποίο έχει μεγαλώσει και απο την αντίλληψη του ίδιου για τους άλλους ανθρώπους. Τώρα πως μοιράζει κανείς την χωριτικότητα αυτή στους διάφορους φίλους; Θα το παρομοιάσουμε με το εξής παράδειγμα: Έστω οτι έχουμε μια Α ποσότητα νερού. Αυτή την ποσότητα νερου μπορείς να την μοιράσεις σε ένα βαθύ ποτήρι. Μπορείς να την μοιράσεις σε δύο ποτήρια με το μισό βάθος και γενικότερα σε όσο περισσότερα ποτήρια το μοιράζεις, τόσο λιγότερη ποσότητα θα πάρει το καθένα. Βέβαια δεν ακολουθούν όλοι την ισοκατανομή. Κάποιοι, μοιράζουν σε λίγα ποτήρια μεγάλη ποσότητα νερού και όλα τα άλλα παίρνουν απο λίγο. Βέβαια όσο μεγαλώνεις και συναναστρέφεσαι και γίνεσαι πιο πολύπλοκα κοινωνικό ον, μεγαλώνεις αυτή την χωρητικότητα φίλων και μπορείς να χωρέσεις περισσότερους, ή να προσθέσεις περισσότερο σε κάποιους χωρίς να λιγοστέψεις κατ’ ανάγκη απο κάποιους άλλους.
Ωραία! Πάει αυτό. Με ποιό πρότυπο διαλέγουν όμως οι άνθρωποι τους φίλους τους; Ας μιλίσουμε για τους φίλους στους οποίους δίνουμε μεγάλο μερίδιο απο τον όγκο αυτό. Άραγε το “δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιός είσαι” ισχύει πάντα; Είναι πάντα οι φίλοι μας ο καθρεύτης του εαυτού μας; Και αν βλέπεις δύο “φαινομενικά” διαφορετικούς ανθρώπους για φίλους; Τι παίζει; Ερωταπάντηση: ή οτι εγώ φαίνομαι/δείχνω άλλο πράγμα απ’ ότι έιμαι και στην ουσία είμαι ο φίλος μου, απλά σε άλλο τσόφλι, ή οτι ο φίλος μου έιναι κάτι που εγώ θα ήθελα να είμαι, αλλά δεν είμαι και εκφράζομαι μέσω αυτού και τον μιμούμαι εν τέλει. Βέβαια μπορεί η πλειοψηφία των φίλων μου να μου μοιάζει, και να έχω έναν φίλο που βγάζει μια κρυμμένη έκφανση του χαρακτήρα μου. Παράλογο;;; (όπως ρωτούσε στο άγνωστο η χήρα του Λάκη Λάζόπουλου στους 10 μικρούς Μήτσους) Λογικό (απαντώ). Αν πάλι όλοι οι φίλοι μου μοιάζουν μεταξύ τους και με εμένα, πάει να πεί οτι έχω κατασταλάξει και ξέρω ποιός είμαι και τι ζητάω ή οτι φοβάμαι να ανακαλύψω νέους ανθρώπους και ίσως μια άλλη πλευρά του εαυτού μου; Γιατρέ τι γίνεται όταν έχω διαφορετικούς φίλους και κανένας δεν μοιάζει με τον άλλον; Είμαι σοβαρά; Εγώ λέω οτι παίζουν δυο τινά: ή οτι είσαι πολύπλευρη προσωπικότητα και κάθε φίλος αντικατοπτρίζει διαφορετική διάσταση του εαυτού σου, ή οτι ψάχνεσαι και δεν ξέρεις ποιός είσαι και τι σου γίνεται. Πώς θα καταλάβω σε ποια περίπτωση ανήκω δρ. Φρόυντ; Αν ξέρεις ποιός είσαι και δεν ψάχνεσαι, τότε κρατάς τους φίλους σου για καιρό και αναπτύσσεις καλούς δεσμούς μεταξύ τους. Άμα πειραματίζεσαι με τον εαυτό σου και δεν ξέρεις ποιός είσαι ή τι θέλεις να έισαι, τότε οι φίλοι σου δεν θα προλάβουν να ζήσουν δεύτερη πλύση του πουκαμίσου σου.
Ο φίλος είναι ο πρώτος ψυχολόγος. Έχουν ακούσει οι φίλοι το μακρύ και το κοντό των φίλων τους...άμα ξεράσουν οι φίλοι όσα ξέρουν δεν θα βρίσκουμε τρύπα να κρυφτούμε. Αλλά γι αυτό είναι φίλοι, αλλιώς θα ήταν φίδοι. Κάθε φίλος έχει μια ξεχωριστή ιδιότητα, όπως έχει παρατηρήσει το κιτάπιο. Προφανώς ο καθένας μας ικανοποιεί μια διαφορετική ανάγκη. Γεμίζει διάφορα κενά μας, ή συμπληρώνει προεκτάσεις μας. Το ίδιο βέβαια κάνουμε και εμείς σε αυτούς. Τώρα βέβαια το κεφάλαιο φίλοι έχει πολλά υποερωτήματα του στυλ: “Γιατί οι γυναίκες δεν κάνουν μακροχρόνιες φιλίες ή δεν είναι εφάμιλλες των ανδρικών φιλιών;” “Υπάρχει πραγματική φιλία μεταξύ ανδρών και γυναικών;” (SOS θέμα, πέφτει κάθε χρόνο στις εξετάσεις).
Τι γίνεται όταν χάνουμε έναν φίλο; Ήταν αλήθεια φίλος; Και αν ήταν, γιατί έφυγε; Άλλαξα; Άλλαξε; Δεν μου καλύπτει πλέον τις ανάγκες; Τι γίνεται όταν φίλος προδίδει φίλο; Γιατί κάποιοι δεν έχουν φίλους; Το κιτάπι δεν έχει κάποια καλή απάντηση.

Εσύ τι λες;

“...τους φίλους τους διαλέγουμε, γι’ αυτό δεν τους παιδεύουμε...”


Τρίτη 9 Μαρτίου 2010

Βραδυνή αρρώστια


Όσοι διαβάσατε το βιογραφικό του κιταπίου, θα καταλάβατε οτι το κιτάπι είναι πολύ περίργο. Του αρέσει πολύ να ερευνά και να εξερευνά του ανθρώπους. Αλλά πιο πολύ, του αρέσουν οι περίεργοι οι άνθρωποι, οι “ελαττωματικοί”,οι σιωπηλοί, οι τρελοί και γενικότερα αυτούς που αποφεύγει ο πολύς ο κόσμος. Ή αυτοί που για κάποιο διάστημα κυριαρχούνται απο ένα συναίσθημα. Οι φοβισμένοι για κάτι που κάναν ή περιμένουν να τους συμβεί, οι ερωτευμένοι ή οι απογοητευμένοι ας πούμε. Και βλέπει πως αυτοί αντιδρούν. Και δεν χρειάζεται να πάει να τους ρωτήσει πως νιώθουν, (δεν μπορεί να μιλήσει εξ’ άλλου το κιτάπι) απλά, πάει και κάθεται ανοιχτό μπροστά τους με μια άδεια σελίδα να τους κοιτά και αυτοί γράφουν στο κιτάπι. Σαν την καρέκλα του ψυχολόγου ένα πράγμα.

Το κιτάπι θα σταθεί σήμερα στην κατηγορία ελαττωματικών ανθρώπων, που συχνά τους μπερδεύει με τους μεθυσμένους ή τους τρελούς, αλλά ο κόσμος τους λέει ερωτευμένους. Παρατήρησε πολλά κοινά στους ερωτευμένους και οτι η συμπτωματολογία τους είναι κοινή. Όλοι γράφουν τα ίδια πράγματα. Ένα χαρακτηριστικό που γράφουν όμως είναι ότι όλοι τους όταν είναι μόνοι απεχθάνονται την νύχτα. Με την δύση του ηλίου, όλοι παθαίθνουν κάτι. Και έχει τα ίδια συμπτώματα σε όλους τους μοναχικούς ερωτευμένους. Το κιτάπι το ονόμασε αυτό “βραδυνή αρρώστια”. Τι παθαίνουν όλοι το βράδυ; Γιατί το απεχθάνονται; Όλοι λένε ότι ένα πλάσμα απο το σκοτάδι ξεπηδά και τους καταλαμβάνει τον εγκέφαλο. Και σκέφτονται πράγματα λένε. (Νομίζουν ότι σκέφτονται). Και αυτό τους κατακλύζει, τους καταλαμβάνει σαν δαίμονας. Και μαραζώνουν. Γιατί είδικά την νύχτα; Τι θέλουν οι άνθρωποι την νύχτα; Γιατί τότε αφιερώνουν όλη τους την σκέψη στο ταίρι τους; Ίσως την μέρα απασχολούνται με άλλα πράγματα και το βράδυ που αποσύρονται απο τους ανθρώπους, θέλουν τον δικό τους άνθρωπο; Τί συστατικό έχει η νύχτα που δυναμώνει την μοναξιά; Τι χημική αντίδραση συμβαίνει; Νιώθουν τρωτοί την νύχτα; Και αν ναι, δίνει τόση δύναμη το ταίρι τους; Ώστε είναι αλήθεια που αρχαίοι δεν πίστευαν στον αριθμό ένα, αλλά δίναν θεϊκές ιδιότητες στον αριθμό δύο. Ποτέ δεν πίστευαν οτι κάτι μόνο του ευδοκιμεί. Πίστευαν στον λεγόμενο δυισμό. Και κάθονται βράδυ αυτοί οι ελαττωματικοί, παροδικά ή μόνιμα κουσουρλίδες και χάνονται, και μαραζώνουν κολυμπώντας στα γνωστά-άγνωστα σκοτεινά νερά του δικού τους μυαλού. Και βάζουν και τραγούδια και κάθονται και κλαίνε! Ειδικά οι σελίδες που γράφικαν απο γυναίκες, έχουν καταλερωθεί απο κλαμμένο μελάνι. Βέεεβαια...Αλλά μην νομίζετε, και οι άντρες που και που ρουφάνε τις μύξες τους το βράδυ και καμιά φορα πέφτει καμια σταγόνα στο χαρτί αλλά αμέσως τινάζονται και την τρίβουν να στεγνώσει. Αλλά είναι και βιτσιόζοι αυτοί! Ναι! Μαζοχιστές! Λένε οτι τα βράδια δεν περνάνε, αλλά τους αρέσει να κ(λ)αίγονται! Και δώς του τα τραγούδια στο ραδιώφονο, και δώς του τα χαρτομάντηλα στοίβα στο τραπέζι... Τι να πείς; Ποτέ δεν το κατάλαβε το κιτάπι. Το κιτάπι δεν έχει ανάγκη για ταίρι, ένα βιβλίο είναι. Είναι φτιαγμένο για να κάθεται “στο ράφι”...

...αλλά γιατί το βράδυ;

http://www.youtube.com/watch?v=SaTVjqvKskM